Σαββατογεννημένη – Τα τελευταία κείμενα της Μαλβίνας Κάραλη 2000-2002

Tuesday, October 9, 2007 at 5:20 pm (Isbn)

τοστ-κονσέρβα, μπας και ξεσκουριάσω, που δεν το βλέπω.

«…Οι άνθρωποι που αγαπώ έχουν πάρει διαζύγιο από την κοινή γνώμη. Κοινή γνώμη, κοινό γούστο. Προβλέψιμο. Γειτονικό. Με την κοινή γνώμη τα πράγματα έχουν μόνο ένα δρόμο: Ή θα τη θάψεις ή θα σε θάψει αυτή. Πρόλαβα. Της έφτιαξα έναν ωραίο τάφο, απέριττο» Από την καλοκαιρινή βιβλιοεσοδεία, ξεχώρισα κάνα δυο. Το πρώτο (με απόσταση από το δεύτερο) είναι αυτό, η Σαββατογεννημένη, Μαλβίνα Κάραλη.
Ζέστη, αϋπνία και –κυρίως- μοναξιά στη μισοάδεια Αθήνα, κατά τις 04:30 π.μ. μιας νύχτας (ή μέρας), έπιασα να το ξεφυλλίζω, για να το αφήσω κατά τις 05:30 μπας και ριμαδοκοιμηθώ. Αλλά πού! Κάτι όλοι οι προηγούμενοι λόγοι, κάτι που με έτρωγαν τα κείμενα, το έπιασα ξανά στα χέρια μου μετά από είκοσι λεπτά, για να με βρει το ξημέρωμα εις το μπαλκόνι μου :) . Το ρουφηξα και θα το ξανακάνω όσον ούπω. Kι αυτό ειναι δέσμευση !!!
Πάντα μου άρεσε η Μαλβίνα. Από παιδί την άκουγα, τη διάβαζα, την έβλεπα. Γούσταρα το ύφος , την ευγλωττία της (αυτή τη ζήλευα κι όλας), την άνεση και την ελευθερία που εξέπεμπε, το αυτάρεσκο βλέμμα των παιχνιδιάρικων ματιών της, το χιούμορ της, την κοφτερή της γλώσσα, τα εγκώμια που έπλεκε στον Γιώργο* της, τον Φερνάντο** της, τον Σταμάτη*** της, τον Κισλόφσκι της και άλλα και άλλα πολλά. Μου φανέρωνε απίστευτη τρυφερότητα, αγάπη και σεβασμό αυτή η –χάριν λόγου- κτητικότητα.
* Χειμωνα
** Πεσσόα
*** Κραουνάκη

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη στα οποία συνοψίζονται τα τελευταία κείμενά της, κυρίως για το περιοδικό Symbol.

1. ΑΘΗΝΑ (21)
ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ (8)

3. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (5)

Στα κείμενα – διαμαντάκια λόγου, ευφυΐας και συνειρμών, «εναλλάσσονται καθημερινές εικόνες», σκωπτικότητα απέναντι στις ημιπαράλογες καταστάσεις που βιώνουμε και στους « Πυγμαίους Κατινίτσες» που συναντάμε στο διάβα μας, μαθήματα πένθους και σεβασμού απέναντι στις ερωτικές της παρακαταθήκες, μακρινά ταξίδια και ζωηροί διάλογοι, συνοδευόμενοι από μειδιάματα μεταξύ 1/8 και 1/4 των χειλιών, κι ένα σωρό σφηνάκια, πότε υποβρύχιο πότε από το καλύτερο ουίσκυ της αγοράς. Χορτάτη και -την ίδια στιγμή λυσσασμένη -για Ζωή και Έρωτα.
Τα κείμενα, με την ένταση της ποικιλίας των συναισθημάτων που εκπέμπουν, μπήκε σα σίφουνας μέσα (μου) και ρίζωσε, γιατί θα συναισθανθείς δε γίνεται αλλιώς. Ίσως και να διαβάσεις (αποτυπωμένες) τις σκέψεις σου, υποψιασμένε και οξυδερκή αναγνώστη. Ακόμη ακόμη και να αναγνωρίσεις κάτι από τον κόσμο (σου) που κρύβεται κάτω από τα Χ κιλά ζωντανού ιστού, μυϊκών και ινωδών οργάνων, όπως εγώ, και όχι άπαξ:
«…Δεν με ελκύει η ξεδιαντροπιά της εξίσωσης: ‘Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου’. Εγώ αυτήν την τάξη δεν πρόκειται ποτέ να την περάσω. Γι’ αυτό, σκασιαρχείο καλύτερα. Εμένα κάνε με κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια. Και τότε η καλύτερή σου είναι η καλύτερή μου. Αλλά ομόκεντρο. Αλλιώς ζηλεύω. Κι όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. Και όταν γίνομαι έξυπνη, τα καταστρέφω όλα. Χάριν του κίβδηλου ενστίκτου που αφορά τους χαμηλούς. Και που το λένε αυτοσυντήρηση. Και που δεν με αφορά»

To παρόν τοστ φιλοξενηθηκε στις 13/9/2006 σε άλλο site.

Permalink Leave a Comment

Η Μεταφορά

Friday, April 27, 2007 at 5:12 pm (Isbn)

 ~~ | original spot | ~~

Το βιβλίο αυτό αγοράστηκε την προηγούμενη Παρασκευή και έχει ήδη διαβαστεί 2 φορές. Είναι 40 σελίδες μοναξιάς ή εθελούσιας απομόνωσης (δεν το έχω ξεκαθαρίσει ακόμη μέσα μου). Είναι καφκικά κλειστοφοβικό, αν υπάρχει αυτό. Η γυναίκα που πρωταγωνιστεί σ’ αυτές τις σελίδες έχει βγει για τα καθιερωμένα ψώνια. Οι πάντες γύρω της την ενοχλούν, την αρρωσταίνουν, δεν τους αντέχει και τους απωθεί …στο μυαλό της μόνο. Η επιστροφή της στο σπίτι μετατρέπεται σε εφιάλτη, έρχεται αντιμέτωπη με μια κακία άνευ προηγουμένου χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς να της κάνει έκπληξη. Γίνεται παθητικός δέκτης της βιαιότητας του πλήθους μέσα στο λεωφορείο. Κι εδώ μου θύμισε τον Γιοζεφ Κ. της Δίκης (και με παρόμοιο τρόπο, τον αγαπημένο μου Μερσώ), ο οποίος δεν ήξερε γιατί κατηγορείται και επέμεινε μια μοίρα άλλου(;)
Και εξανίστασαι και πνίγεσαι και θες να την πιάσεις από το λαιμό φωνάζοντας «γιατί;;» Γιατί δεν αντιδρά(ς); Γιατί γίνεσαι αδιαμαρτύρητα αποδέκτης τέτοιας χυδαιότητας; Ένα γιατί ικανό να σε κάνει όμοιο των διωκτών της.

Κι όπως γράφει κι ο ΑΝemos στις 19/4/2007, μετά από ένα τέτοιο κείμενο “Πώς να πιείς γκαζόζα αντί για σαμπάνια; Πώς να βολευτείς με το λιγότερο; Πώς να εκπέσεις του Παραδείσου ή της Κόλασης όταν τα έχεις γευτεί; Να γυρίσεις που; Δεν έχεις θέση αλλού πλέον. Κακομαθαίνεις. Και δεν το λέω για καλό αυτό. Αναπηρία είναι. Μεγάλη.”

Αποστασιοποιημένη απνευστί αφήγηση που δεν εγείρει, δεν θέτει ηθικό θέμα (νομίζω η πρόθεση του συγγραφέα πόρρω απέχει απο τέτοιες βλέψεις) αλλά αισθάνεσαι γροθιές στο στομάχι. Το διάβασα καθηλωμένη, σχεδόν κρατώντας την αναπνοή μου.

Και τις δυο φορές.

Υγ. Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών φημολογείται οτι θα ανέβει το έργο του «Πεθαίνω σα χώρα» σε σκηνοθεσία Mιχαήλ Mαρμαρινού. Χωρος και χρόνος διεξαγωγης ακόμη αγνωστοι.

Permalink Leave a Comment

Kafka on the shore

Friday, April 20, 2007 at 8:15 am (Isbn)

  ~~ | original spot | ~~

 

Τελειώνοντας το Kafka on the Shore, μένω με ένα κενό, κάποια ερωτήματα και μερικά αδιέξοδα.

Ο Κάφκα, ένας δεκαπεντάχρονος πιτσιρίκος που αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι του προκειμένου να ξεφύγει από τον πατέρα του, έχοντας στα μπαγκάζια του μια οιδιπόδεια κατάρα, στην ηλικία των τεσσάρων και ένα άλτερ ήγκο, το κοράκι -The crow- που, όπως πληροφορούμαστε στη συνέχεια, αυτό σημαίνει στα τσέχικα το όνομα Kafka και τις εύλογες απορίες ενός παιδιού εγκαταλελειμμένου από την μητέρα του. Στην πορεία, η φυγή του εξελίσσεται σε αναζήτηση αυτής και της αδερφής του, βρίσκει καταφύγιο σε μια περίεργη βιβλιοθήκη και σημιουργεί δεσμούς με χαρακτήρες που θα καθορίσουν την ιστορία.

Ο έτερος πρωταγωνιστής είναι ο εξηντάχρονος κύριος Νακάτα, ο οποίος μοιάζει διανοητικά καθυστερημένος ή αγαθός, αποτέλεσμα ενός περίεργου ατυχήματος πίσω στα 1944, όταν ακόμη μαινόταν ο πόλεμος. Ήταν ένα από τα δεκαέξι παιδιά που, σε μια σχολική εκδρομή, έτσι χωρίς εμφανή αιτία, έπεσαν σε κώμα, για να συνέλθουν λίγες ώρες αργότερα, χωρίς να παρουσιάσουν παρενέργειες και χωρίς μνήμη του γεγονότος. Ο Νακάτα ήταν ο μόνος που δεν ξύπνησε αμέσως αλλά «ανένηψε» μετά από βδομάδες, έχοντας χάσει εντελώς τη μνήμη του καθώς και τη δυνατότητα να διαβάζει, κατάσταση μη αναστρεψιμη αλλά με μια μοναδική ικανότητα να συνομιλεί με γάτες, ικανότητα που θα τον οδηγησει αναπόφευκτα προς τον Κάφκα.

Το βιβλίο ακολουθεί παράλληλα και διαδοχικά τις ιστορίες τους, με τα μονά κεφάλαια να αναφέρονται στον Κάφκα ενώ, αντίστοιχα, τα ζυγά, την ιστορία του κύριου Νακάτα. Ο τρόπος με τον οποίο πλησιάζει ο ένας προς τον άλλο ανήκει περισσότερο στο μεταφυσικό παρά τον πραγματικό, υλικό κόσμο, πράγμα καθόλου καινούριο στον Μουρακάμι. Αν στο Κουρδιστό Πουλί ο οιωνός για κάτι σημαντικό ήταν το κρώξιμο του πουλιού, εδώ είναι τα ανεξηγητα «καιρικά» φαινόμενα (αν και θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε και καίρια), όπως βροχή από ψάρια, από βδέλλες, κρεσέντο από βροντές, με άλλα λόγια ένας σουρρεαλισμός εικόνων, οικείος και από τα προηγούμενα βιβλία του που διάβασα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο κοινός άξονας, η κοινή αναφορά. Ο ήρωας του δεν απέχει από τον Τόρου του κουρδιστού πουλιού, ούτε από τον επίσης συνονόματο του νορβηγικού δάσους. Είναι και οι τρεις σε αναζήτηση των ζωών τους, η οποία παίρνει ανεξήγητη πορεία μέσα από μεταφυσικές ατραπούς, όνειρα που προσομοιάζουν της πραγματικότητας, πραγματικότητα που αντικαθιστά το ονειρικό, πρόσωπα περισσότερο Ιδέες παρά σάρκα και οστά από μηχανής θεοί, δηλαδή και σχεσεις που ειναι κατευθείαν παρμένες απο τα προηγούμενα βιβλία.

Δεν θέλω να αναφερθώ περισσότερο στους υπόλοιπους (και καθοριστικούς) ήρωες, γιατί θα το χαλάσω, αλλά θελω να πω δυο-τρια πραγματάκια σχετικά με αυτούς και τον Μουρακάμι. Τον ήρωα, που βγαινει καλύτερος μεσα από την εμπειρία του, τον μεταχειρίζεται ο Μουρακάμι λίγο επιπόλαια και εκβιάζει τη μεταμόρφωσή του ακόμη και στις πιο άσχετες στιγμές, για παράδειγμα ενώ είναι με μια πόρνη στο κρεβάτι, φτιάχνεται ακούγοντας την να αναλύει σκέψεις του Μπεργκσον και τη φιλοσοφία του Χεγκελ.!#$%

Ατάκτως ριμμένες εδώ κει εκεί δόσεις από Γκαίτε, Αριστοτέλη, Συμπόσιο κ.ά.π. που δεν εξυπηρετουν πάντα τόσο, όσο υπάρχουν επι τούτου.

Νομίζω είναι το λιγότερο κατανοητό βιβλίο του, με την έννοια του ότι το κλεινει (τα τελευταία 5-6 κεφάλαια) άτσαλα και ανεπαρκώς. Δεν περίμενα λύση από τον αστυνόμο Μπέκα, εξάλλου είχα την αμέσως προηγουμενη εμπειρία της ανάγνωσης του Πουλιού, αλλά εξασθενει το υφος όσο πλησιάζει προς το τέλος.

Ο Μουρακάμι ειναι ο Λυντς της λογοτεχνίας, του οποίου λατυρευει κάποιος τις ταινίες χωρίς να καταλαβαινει απόλυτα, μόνο που εδώ δεν κατάφερε να με κάνει να κουβαλάω τις τελευταιες εικόνες, ως επιστέγασμα των 467 σελίδων (Vintage Edition).

Κατακλείοντας, σε κάθε περίπτωση αξιζει να διαβαστεί ίσως και παραπάνω απο μια φορά, γιατι χρειάζονται επίλυση κάποιοι γρίφοι, αλλά μπορώ να χαλαρώσω τώρα και να αλλάξω ύφος και συγγραφέα. Δεν ξέρω, έτσι λέω.

Ενδεχομένως, να γινει edit ή να μπουν προσθηκες.

Permalink 1 Comment

Το Κουρδιστό πουλί

Tuesday, April 10, 2007 at 8:16 am (Isbn)

Μεταξύ των αναγνώσεων των βιβλίων του Μουρακάμι (3 γενικές στη σειρά…), δεν μεσολάβησε τίποτε, πέραν κάποιων ολιγοσέλιδων ποιητικών συλλογών στις οποίες κάποιοι απο εμάς επανερχόμαστε ξανά και ξανά. Κι ο λόγος δεν είναι άλλος απο την απόλυτη αδυναμία να συγκεντρώσω την προσοχή (όσο και τα μάτια μου) σε κάποιο κείμενο.

 Όταν τελείωσα το Νορβηγικό δάσος, έμεινα με ένα αίσθημα πληρότητας για κάμποσες μέρες και αδημονούσα να πιάσω στα χέρια μου το κουρδιστό πουλι. Πιστευα οτι δεν θα μπορούσα να συνεχισω με κάτι άλλο, όπερ και εγένετο.

Η γάτα του Τόρου Οκάντα χάνεται και αίφνης – σαν να περιμένε αυτό ακριβώς- η ζωή του παίρνει απρόσμενη τροπή. Μαζί με τη γάτα, τον παρατά η γυναικα του, κάνουν την εμφάνισή τους περίεργοι άνθρωποι και αναπόδραστες καταστάσεις που, σαν προάγγελοι- τον ετοιμάζουν (αυτόν, τον Τόρου) για τα επερχόμενα συναπαντήματά του: Περίεργα, αισθησιακά τηλεφωνηματα απο άγνωστές του γυναίκες, μία γυναίκα με παράξενο όνομα και ανεξήγητες δυνατότητες που φορά ένα κόκκινο πλαστικό καπέλο κι έχει μια εξισου μυστήρια αδερφή. Μια “πρωίμα ενηλικη”, η 16χρονη Μάγιου-φωνη λογικής. Το γειτονικό σπίτι που το “κηνυγάει” μια κατάρα και το ξεραμένο βαθυ πηγάδι στο οποίο θα κατέβει ξανά και ξανά ο Τόρου. Το κουρδιστό πουλί που κρώζει λίγο πριν.. Η Τζίντζερ κι ο Κάρι.Ο μάντης κ. Χόντα, τον οποίο ο Τόρου και η γυναίκα του υποχρεώνονται να συναντουν κάθε όποτε. Ο φίλος του, υπολοχαγός Μαμίγια, που κάνει εκτενεις περιγραφές για τον πόλεμο… καθιστούν – εκ των πραγμάτων – δύσκολη την συνοψη ενός τέτοιου βιβλίου αλλά και άδικη μια τέτοια προσπάθεια, καθώς δεν μπορείς ευκολά να συλλάβεις τη μαγεία του, αν δεν το διαβάσεις. Τα πρόσωπα και οι ιστορίες συνδέονται κάπως πώς; κι έχουν κοινό σημείο τον Τόρου. Ο τρόπος που το πραγματικό ενυπάρχει με το φαντασιακό/μεταφυσικό είναι απόλυτα εναρμονισμένος με το πνεύμα του βιβλίου και -παρά την αποστροφή μου προς κάθε τι μεταφυσικής ή άλλης παρόμοιας φύσης- με γοητεύει . Η αποστασιοποίηση ως προς τους ήρωές του, οι οποίοι δεν αποθεώνονται, δεν κάνουν υπερβάσεις, δεν είναι σούπερμεν. Έρχονται αντιμέτωποι με τις πραγματικότητές τους, αδρανούν και δρουν ανάλογα. Οι ίδιοι αυτοί ήρωες, πλάσματα καταφανώς προβληματικά – ή με προβλήματα, αν προτιμάτε-, δεν εξαντλούνται σε μεμψίμοιρες αναλύσεις για το τι τους οδήγησε εκεί που είναι, δεν ψυχογραφεί ιατρικά ο Μουρακάμι–όπως είναι πολύ της μόδας εσχάτως. Ούτε ηθικολογεί.

Τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό;

Τεχνολογία στις υπηρεσίες του μεταφυσικού;

Απολαυση, καταπληκτικο, με εξαιρετική ροή.

Permalink 2 Comments

Norwegian Wood

Friday, March 23, 2007 at 4:53 pm (Isbn)

I once had a girl

Or should I say

She once had me

Οι τρεις πρώτοι στίχοι από το τραγούδι των μπίχλιδων.

-= = = = = = = = = = = = = = =  * = = = = = = = = = = = = = = = =-

Ήμουν τριάντα εφτά χρόνων τότε, δεμένος στη θέση μου μέσα στο πελώριο Μπόινγκ 747 που ετοιμαζόταν να βουτήξει μέσα από τα πυκνά σύννεφα για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο του Αμβούργου.”

Oι τρεις πρώτες αράδες απο το βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι -Νορβηγικό Δάσος, εκδόσεις Ωκεανίδα.

Τι έγινε με αυτό το βιβλίο; ανάθεμα κι αν έχω καταλάβει ακόμη. Το ξεκίνησα Κυριακή, το τελείωσα Δευτέρα, μου άφησε πολλά αισθήματα και κατά έναν παραλογο τρόπο, ξεφούσκωσε πολύ απο τον παφλασμό, αφήνοντάς με πιο γαλήνια. Δεν έχω λόγια να περιγράψω τι εχει συντελεστεί, ίσως γιατι -προς το παρόν- ένα θολό περίγραμμα έχει σχηματιστεί εντός μου, περίγραμμα απο μαλακό μολύβι και κάρβουνο.

Γαμώτο, έχει διενεργηθεί κ ά τ ι στο οποίο ακόμη δεν έχω δώσει ξεκάθαρη μορφή. Συγκίνηση είναι; Για το κουτί της Πανδώρας;

H ροή του είναι σαν ένα πολύ καλό μαλτ, που όσο λαίμαργα κι αν το πίνεις, δε σε μεθάει εύκολα. Η ιστορία είναι φαινομενικά απλή αλλά η απέριττη διήγηση, απαλλαγμένη από φανφαρονισμούς κι εύκολες ή εκβιαστικές συγκινήσεις, απογειώνει σελίδα τη σελίδα. Έπιασα τον εαυτό μου να διαβάζει τρεις φορές την αυτή αράδα, μόνο και μόνο γιατί αισθάνθηκα να παίρνω μιαν απάντηση, μια σημαντική απάντηση. Οι εικόνες που περιγράφονται είναι ακριβείας και ιδιαίτερης ομορφιάς, παρόλο που δεν εξαντλείται σε μακροσκελείς περιγραφές. Αδρομέρεια είναι αυτό που το χαρακτηρίζει και μια υποβόσκουσα ή/και λανθάνουσα ένταση, λάβα που σιγοβράζει σε βάαααθος.

 

Κοινωνία ηταν αυτη η ανάγνωση.

Permalink Leave a Comment